Η γνωστική αναστολή αποτελεί βασική εκτελεστική λειτουργία και αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να παρεμποδίζει άσχετες πληροφορίες, αυτόματες αντιδράσεις και μη λειτουργικές σκέψεις που παρεμβαίνουν στη γνωστική επεξεργασία (Friedman & Miyake, 2017· Miyake et al., 2000). Η λειτουργία αυτή είναι καθοριστική για τη ρύθμιση της προσοχής και της σκέψης, ενώ έχει βρεθεί ότι σχετίζεται άμεσα και με τη ρύθμιση του συναισθήματος, ιδιαίτερα σε καταστάσεις αρνητικής διάθεσης (Joormann, 2010). Οι γνωσιακές στρεβλώσεις, από την άλλη πλευρά, αποτελούν συστηματικά σφάλματα στην επεξεργασία πληροφοριών, μέσω των οποίων το άτομο ερμηνεύει την πραγματικότητα με δυσλειτουργικό τρόπο (Beck, 1976). Παραδείγματα τέτοιων στρεβλώσεων είναι η καταστροφοποίηση, η υπεργενίκευση και η διπολική σκέψη.
Η σχέση μεταξύ γνωστικής αναστολής και γνωσιακών στρεβλώσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η γνωστική αναστολή λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου απέναντι στην αυτόματη ενεργοποίηση αρνητικών σκέψεων. Όταν η ικανότητα αυτή είναι μειωμένη, το άτομο δυσκολεύεται να αναστείλει άμεσες και συχνά δυσλειτουργικές ερμηνείες των γεγονότων. Για παράδειγμα, εάν κάποιος δεν λάβει απάντηση σε ένα μήνυμα, μπορεί να οδηγηθεί αυτόματα στη σκέψη «με απορρίπτει» ή «έκανα κάτι λάθος», χωρίς να εξετάσει εναλλακτικές εξηγήσεις, όπως ότι ο άλλος μπορεί να είναι απασχολημένος. Η δυσκολία αυτή στην αναστολή των αυτόματων αρνητικών σκέψεων ευνοεί την ανάπτυξη γνωσιακών στρεβλώσεων και τη διατήρησή τους.
Παράλληλα, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι μειωμένη γνωστική αναστολή σχετίζεται με την έντονη τάση για επαναλαμβανόμενη και παθητική ενασχόληση με αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα (Koster et al., 2011· Nolen-Hoeksema et al., 2008). Για παράδειγμα, ένα άτομο που κάνει ένα μικρό λάθος σε μια παρουσίαση μπορεί να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα προσκολλημένο στη σκέψη «απέτυχα τελείως», αγνοώντας τα θετικά στοιχεία της απόδοσής του. Η αδυναμία αποδέσμευσης από τέτοιες σκέψεις ενισχύει περαιτέρω τις στρεβλωμένες γνωστικές αξιολογήσεις και συμβάλλει στη σταθεροποίησή τους.
Συνολικά, η γνωστική αναστολή φαίνεται να αποτελεί έναν σημαντικό προστατευτικό μηχανισμό απέναντι στις γνωσιακές στρεβλώσεις. Όσο πιο αποτελεσματική είναι η ικανότητα του ατόμου να φιλτράρει και να ρυθμίζει τις αυτόματες σκέψεις του, τόσο μειώνεται η πιθανότητα να υιοθετεί δυσλειτουργικές και παραμορφωμένες ερμηνείες της πραγματικότητας. Αντίθετα, ελλείμματα στη γνωστική αναστολή ενδέχεται να αυξήσουν την ευαλωτότητα του ατόμου στην ανάπτυξη αρνητικών γνωστικών σχημάτων και ψυχολογικής δυσφορίας, όπως έχει καταδειχθεί και σε μελέτες που συνδέουν τις εκτελεστικές δυσλειτουργίες με καταθλιπτική συμπτωματολογία (Snyder, 2013).
Βιβλιογραφία
1.Beck, A. T. (1976). Cognitive therapy and the emotional disorders. New York: International Universities Press.
2.Friedman, N. P., & Miyake, A. (2017). Unity and diversity of executive functions: Individual differences as a window on cognitive structure. Cortex, 86, 186–204. https://doi.org/10.1016/j.cortex.2016.04.023
3.Joormann, J. (2010). Cognitive inhibition and emotion regulation in depression. Current Directions in Psychological Science, 19(3), 161–166. https://doi.org/10.1177/0963721410370293
4.Koster, E. H. W., De Lissnyder, E., Derakshan, N., & De Raedt, R. (2011). Understanding depressive rumination from a cognitive science perspective. Clinical Psychology Review, 31(1), 138–145. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2010.08.005
5.Miyake, A., Friedman, N. P., Emerson, M. J., Witzki, A. H., Howerter, A., & Wager, T. D. (2000). The unity and diversity of executive functions and their contributions to complex “frontal lobe” tasks: A latent variable analysis. Cognitive Psychology, 41(1), 49–100. https://doi.org/10.1006/cogp.1999.0734
6.Nolen-Hoeksema, S., Wisco, B. E., & Lyubomirsky, S. (2008). Rethinking rumination. Perspectives on Psychological Science, 3(5), 400–424. https://doi.org/10.1111/j.1745-6924.2008.00088.x
7.Snyder, H. R. (2013). Major depressive disorder is associated with broad impairments on neuropsychological measures of executive function: A meta-analysis and review. Psychological Bulletin, 139(1), 81–132. https://doi.org/10.1037/a0028727
Ιωάννα Δημητριάδου
Ψυχολόγος-Ειδική Παιδαγωγός
Εξειδίκευση στη Δυσλεξία, στη ΔΕΠ-Υ και στις Μαθησιακές Διαταραχές, PgD
Orton-Gillingham Practitioner / Executive Functioning Coach (Dr. Erica Warren)
CBT-Συμβουλευτική Υποστήριξη και Ψυχοεκπαίδευση παιδιών και εφήβων & Συμβουλευτική Γονέων (Beck Institute)
Συγγραφέας στην Upbility
Μέλος της British Psychological Society, GMBPsS, GBC

