Η επιλεκτική προσοχή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γνωστικές λειτουργίες, καθώς επιτρέπει στο άτομο να εστιάζει στα σημαντικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος και να αγνοεί πληροφορίες που δεν σχετίζονται με τον εκάστοτε στόχο. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που βρίσκεται στη βάση της μάθησης, της μνήμης, της οργάνωσης της συμπεριφοράς και της αυτορρύθμισης. Στους εφήβους με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), η επιλεκτική προσοχή συχνά εμφανίζει δυσλειτουργίες, επηρεάζοντας τόσο την ακαδημαϊκή επίδοση όσο και την κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή.
Σύμφωνα με τον Barkley (2015), οι δυσκολίες στη ΔΕΠ-Υ δεν αφορούν μόνο τη διατήρηση της προσοχής, αλλά κυρίως την αποτελεσματική ρύθμιση των εκτελεστικών λειτουργιών και της αναστολής των άσχετων ερεθισμάτων. Παράλληλα, νευροαπεικονιστικές μελέτες έχουν δείξει ότι περιοχές όπως ο προμετωπιαίος φλοιός, ο πρόσθιος προσαγωγός φλοιός και τα βασικά γάγγλια παρουσιάζουν διαφοροποιημένη λειτουργία στα άτομα με ΔΕΠ-Υ, γεγονός που επηρεάζει τη γνωστική ευελιξία και την κατανομή της προσοχής (Castellanos & Proal, 2012· Arnsten, 2009).
Κατά την εφηβεία, οι απαιτήσεις του σχολικού και κοινωνικού περιβάλλοντος αυξάνονται σημαντικά. Ο έφηβος καλείται να οργανώσει τη μελέτη του, να διαχειριστεί πολλαπλές πληροφορίες, να ολοκληρώνει σύνθετες εργασίες και να διατηρεί αποτελεσματικές διαπροσωπικές σχέσεις. Ωστόσο, οι δυσκολίες στην επιλεκτική προσοχή συχνά οδηγούν σε συχνά λάθη απροσεξίας, μειωμένη συγκέντρωση, δυσκολία στην παρακολούθηση οδηγιών και αδυναμία ολοκλήρωσης δραστηριοτήτων. Παράλληλα, η αδυναμία φιλτραρίσματος άσχετων ερεθισμάτων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την κοινωνική αλληλεπίδραση, καθώς οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ ενδέχεται να διακόπτουν συνομιλίες, να χάνουν σημαντικές πληροφορίες ή να εμφανίζουν δυσκολίες στην ενεργητική ακρόαση (Hoza, 2007).
Η σύγχρονη βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η ενίσχυση της επιλεκτικής προσοχής μπορεί να επιτευχθεί μέσα από δομημένες δραστηριότητες που ενεργοποιούν τις εκτελεστικές λειτουργίες και ενισχύουν τον ανασταλτικό έλεγχο. Μία από τις περισσότερο μελετημένες ασκήσεις είναι η δοκιμασία Stroop, η οποία απαιτεί από το άτομο να αναστείλει μια αυτοματοποιημένη απάντηση και να επικεντρωθεί στο ζητούμενο ερέθισμα. Για παράδειγμα, ο έφηβος καλείται να ονομάσει το χρώμα με το οποίο είναι γραμμένη μία λέξη και όχι τη λέξη που διαβάζει. Η άσκηση αυτή συμβάλλει στην ενίσχυση της γνωστικής ευελιξίας, της αναστολής και της επιλεκτικής προσοχής.
Παράλληλα, ιδιαίτερα αποτελεσματικές είναι οι οπτικές ασκήσεις διάκρισης. Σε αυτές περιλαμβάνονται δραστηριότητες αναζήτησης συγκεκριμένων συμβόλων ή σχημάτων μέσα σε σύνθετες εικόνες, παιχνίδια εντοπισμού διαφορών μεταξύ δύο παρόμοιων εικόνων, καθώς και ασκήσεις στις οποίες ο έφηβος καλείται να εντοπίσει έναν στόχο ανάμεσα σε πολλά άσχετα ερεθίσματα. Οι δραστηριότητες αυτές εκπαιδεύουν την ικανότητα φιλτραρίσματος πληροφοριών και βελτιώνουν την ταχύτητα οπτικής επεξεργασίας.
Εξίσου σημαντικές είναι οι ακουστικές ασκήσεις επιλεκτικής προσοχής. Η διάκριση διαφορετικών ήχων, η εστίαση σε μία συγκεκριμένη φωνή παρουσία θορύβου, καθώς και οι δραστηριότητες ακουστικής μνήμης και ακολουθίας, βοηθούν τον έφηβο να αναπτύξει καλύτερο έλεγχο των ακουστικών ερεθισμάτων. Ενδεικτικά, μπορεί να ζητηθεί από τον έφηβο να ακούσει μια σειρά λέξεων και να χτυπήσει παλαμάκι μόνο όταν ακούσει μια συγκεκριμένη λέξη-στόχο ή να παρακολουθήσει μία αφήγηση και να καταγράψει συγκεκριμένες πληροφορίες, αγνοώντας τις δευτερεύουσες λεπτομέρειες.
Τα τελευταία χρόνια, οι παρεμβάσεις που βασίζονται στη γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση και στην εκπαίδευση των εκτελεστικών λειτουργιών έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα. Επιπλέον, οι τεχνικές ενσυνειδητότητας (mindfulness) φαίνεται ότι συμβάλλουν στη βελτίωση της συγκέντρωσης και της αυτορρύθμισης σε εφήβους με ΔΕΠ-Υ (Zylowska et al., 2008). Η χρήση στρατηγικών αυτοπαρακολούθησης, η τμηματοποίηση των εργασιών και η δημιουργία δομημένου περιβάλλοντος αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες ενίσχυσης της προσοχής.
Η επιλεκτική προσοχή δεν αποτελεί απλώς μια μεμονωμένη γνωστική λειτουργία, αλλά έναν θεμελιώδη μηχανισμό που επηρεάζει την καθημερινή λειτουργικότητα, τη σχολική επίδοση και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των εφήβων με ΔΕΠ-Υ. Η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών και η εφαρμογή στοχευμένων παρεμβάσεων μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση της αυτορρύθμισης, της μάθησης και της ποιότητας ζωής των εφήβων.
Βιβλιογραφία
Arnsten, A. F. T. (2009). The Emerging Neurobiology of Attention Deficit Hyperactivity Disorder: The Key Role of the Prefrontal Association Cortex. Journal of Pediatrics, 154(5), 82-86.
Barkley, R. A. (2015). Attention-Deficit Hyperactivity Disorder: A Handbook for Diagnosis and Treatment (4th ed.). Guilford Press.
Castellanos, F. X., & Proal, E. (2012). Large-scale brain systems in ADHD: Beyond the prefrontal-striatal model. Trends in Cognitive Sciences, 16(1), 17-26.
Hoza, B. (2007). Peer functioning in children with ADHD. Journal of Pediatric Psychology, 32(6), 655-663.
Shaw, P., Stringaris, A., Nigg, J., & Leibenluft, E. (2014). Emotion dysregulation in attention-deficit/hyperactivity disorder. American Journal of Psychiatry, 171(3), 276-293.
Zylowska, L., Ackerman, D. L., Yang, M. H., Futrell, J. L., Horton, N. L., Hale, T. S., et al. (2008). Mindfulness meditation training in adults and adolescents with ADHD. Journal of Attention Disorders, 11(6), 737-746.
Ιωάννα Δημητριάδου
Ψυχολόγος-Ειδική Παιδαγωγός
Εξειδίκευση στη Δυσλεξία, στη ΔΕΠ-Υ και στις Μαθησιακές Διαταραχές, PgD
Orton-Gillingham Practitioner / Executive Functioning Coach (Dr. Erica Warren)
CBT-Συμβουλευτική Υποστήριξη και Ψυχοεκπαίδευση παιδιών και εφήβων & Συμβουλευτική Γονέων (Beck Institute)
Συγγραφέας στην Upbility
Μέλος της British Psychological Society, GMBPsS, GBC

