20261016 095727 0000

Ο ρόλος του ψυχολόγου στην εκπαίδευση: Πέρα από τη σχολική επίδοση, στην ουσιαστική υποστήριξη του παιδιού

Ιωάννα Δημητριάδου | MyDyslexic Therapy

Το σχολείο δεν είναι μόνο ένας χώρος μετάδοσης γνώσεων και αξιολόγησης των μαθητών. Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό και συναισθηματικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο κάθε παιδί καλείται να μάθει, να συνεργαστεί, να διαχειριστεί τις δυσκολίες του, να αναπτύξει την αυτονομία του και να διαμορφώσει σταδιακά την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Σε αυτή την πορεία, ο ψυχολόγος στην εκπαίδευση έχει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο: να συμβάλλει στη δημιουργία των συνθηκών που επιτρέπουν στον μαθητή να αναπτύσσεται γνωστικά, συναισθηματικά και κοινωνικά, χωρίς οι δυσκολίες του να μετατρέπονται σε εμπόδια για τη συμμετοχή και την πρόοδό του.

Συχνά, η παρουσία ενός ψυχολόγου στο σχολικό περιβάλλον συνδέεται αποκλειστικά με την αντιμετώπιση σοβαρών συναισθηματικών ή συμπεριφορικών δυσκολιών. Ωστόσο, η συμβολή της ψυχολογίας στην εκπαίδευση είναι πολύ ευρύτερη. Περιλαμβάνει την πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση αναγκών, την ψυχοσυναισθηματική υποστήριξη, την ενίσχυση των κοινωνικώνδ δεξιοτήτων, τη συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και την καθοδήγηση των γονέων. Η ελληνική νομοθεσία, ειδικότερα η Υπουργική Απόφαση 142628/ΓΔ4/2017, περιγράφει τις αρμοδιότητες των ψυχολόγων του κλάδου ΠΕ23 στη γενική και επαγγελματική εκπαίδευση, δίνοντας έμφαση στην ψυχοσυναισθηματική, κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη των μαθητών.

Η ψυχολογική υποστήριξη του μαθητή

Μία από τις βασικές αρμοδιότητες του ψυχολόγου στην εκπαίδευση είναι η διερεύνηση και η κατανόηση των ψυχολογικών αναγκών του μαθητή. Η σχολική συμπεριφορά δεν μπορεί να ερμηνεύεται αποκομμένα από το αναπτυξιακό στάδιο, τις προσωπικές εμπειρίες, το οικογενειακό περιβάλλον και τις απαιτήσεις του σχολείου. Ένα παιδί που αποφεύγει να συμμετέχει στο μάθημα, αντιδρά έντονα σε ένα λάθος ή δυσκολεύεται να συνεργαστεί με τους συμμαθητές του δεν είναι απαραίτητα ένα παιδί που δεν προσπαθεί ή δεν θέλει να συμμορφωθεί. Η συμπεριφορά του μπορεί να συνδέεται με άγχος, χαμηλή αυτοπεποίθηση, δυσκολίες αυτορρύθμισης, μαθησιακές απαιτήσεις που υπερβαίνουν τις διαθέσιμες δεξιότητές του ή δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις.

Ο ψυχολόγος διερευνά αυτές τις παραμέτρους με επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθόδους, όπως η παρατήρηση, η συνέντευξη, η συνεργασία με την οικογένεια και η συλλογή πληροφοριών από το σχολικό περιβάλλον, χρησιμοποιώντας κατάλληλα εργαλεία όταν αυτό ενδείκνυται. Στόχος δεν είναι να αποδώσει βιαστικά μια ετικέτα στον μαθητή, αλλά να διαμορφώσει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα των αναγκών του και να προτείνει κατάλληλους τρόπους υποστήριξης.

Η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να αφορά το άγχος επίδοσης, τον φόβο της αποτυχίας, τη δυσκολία διαχείρισης του θυμού, την κοινωνική απόσυρση, τις συγκρούσεις με συνομηλίκους, τις δυσκολίες προσαρμογής ή τις αλλαγές που συνοδεύουν τη μετάβαση από τη μία εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη. Παράλληλα, μπορεί να περιλαμβάνει δράσεις πρόληψης και ενδυνάμωσης, ώστε οι μαθητές να αναπτύσσουν δεξιότητες αναγνώρισης και έκφρασης συναισθημάτων, επίλυσης προβλημάτων, επικοινωνίας και διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων.

Η υποστήριξη δεν αποσκοπεί απλώς στο να μειωθεί μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Αποσκοπεί στο να κατανοήσει το παιδί τι συμβαίνει, να αναγνωρίσει τις ανάγκες του και να αποκτήσει σταδιακά πιο λειτουργικούς τρόπους ανταπόκρισης.

Ο ψυχολόγος απέναντι στις μαθησιακές δυσκολίες, τη δυσλεξία και τη ΔΕΠ-Υ

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συνεργασία του ψυχολόγου με μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσλεξία, ΔΕΠ-Υ ή άλλες ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Οι δυσκολίες αυτές δεν περιορίζονται πάντοτε στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία ή στην προσοχή. Ανάλογα με τις ανάγκες κάθε παιδιού, μπορεί να επηρεάζουν τη σχολική αυτοπεποίθηση, την κινητοποίηση, την επιμονή απέναντι σε απαιτητικές εργασίες και την αντίληψη που διαμορφώνει ο μαθητής για τις ικανότητές του.

Ένας μαθητής που ακούει συστηματικά ότι είναι απρόσεκτος, ανοργάνωτος ή τεμπέλης μπορεί σταδιακά να εσωτερικεύσει αυτές τις κρίσεις. Αντίστοιχα, ένα παιδί με δυσλεξία που καταβάλλει δυσανάλογη προσπάθεια για να ολοκληρώσει μια γραπτή εργασία μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει τις δραστηριότητες στις οποίες φοβάται ότι θα εκτεθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συναισθηματική επιβάρυνση δεν αποτελεί αναγκαστικά χαρακτηριστικό της ίδιας της μαθησιακής δυσκολίας· μπορεί να αναπτύσσεται μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αποτυχίας, αρνητική ανατροφοδότηση ή ανεπαρκή προσαρμογή των εκπαιδευτικών απαιτήσεων.

Ο ψυχολόγος συμβάλλει στην κατανόηση αυτών των εμπειριών, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και στην ανάπτυξη πιο λειτουργικών τρόπων αντιμετώπισης του άγχους και των δυσκολιών. Μπορεί, επίσης, να συνεργάζεται με τους εκπαιδευτικούς για την αναγνώριση παραγόντων που δυσχεραίνουν τη συμμετοχή του μαθητή και για τον σχεδιασμό κατάλληλων υποστηρικτικών πρακτικών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να διακρίνουμε τους ρόλους. Η ψυχολογική υποστήριξη δεν υποκαθιστά την ειδική παιδαγωγική παρέμβαση, ενώ η εκπαιδευτική παρατήρηση από μόνη της δεν αρκεί για τη διάγνωση μιας μαθησιακής ή αναπτυξιακής διαταραχής. Όταν απαιτείται εξειδικευμένη αξιολόγηση ή πρόσθετη παρέμβαση, ο ψυχολόγος συνεργάζεται με τους αρμόδιους επαγγελματίες και υπηρεσίες, σύμφωνα με τις ανάγκες του παιδιού.

Η συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς

Η αποτελεσματική υποστήριξη του μαθητή δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε ατομικές συναντήσεις. Το σχολικό περιβάλλον αποτελεί βασικό μέρος της καθημερινής ζωής του παιδιού και, επομένως, η συνεργασία του ψυχολόγου με τους εκπαιδευτικούς είναι καθοριστική.

Ο εκπαιδευτικός παρατηρεί τον μαθητή καθημερινά, μέσα σε διαφορετικές μαθησιακές και κοινωνικές συνθήκες. Ο ψυχολόγος μπορεί να συμβάλει στην ερμηνεία των δυσκολιών που εμφανίζονται, στην αναζήτηση πιθανών παραγόντων που τις συντηρούν και στην επιλογή κατάλληλων τρόπων υποστήριξης. Η συνεργασία αυτή μπορεί να αφορά τη διαχείριση συγκρούσεων, την πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού, την ενίσχυση της συμμετοχής, τη δημιουργία θετικού κλίματος στην τάξη και την κατανόηση συμπεριφορών που δυσκολεύουν τη σχολική προσαρμογή.

Για παράδειγμα, όταν ένας μαθητής αντιδρά έντονα σε μια διόρθωση, είναι χρήσιμο να διερευνηθεί αν δυσκολεύεται να διαχειριστεί την απογοήτευση, αν αντιλαμβάνεται το λάθος ως απόδειξη ανικανότητας ή αν έχει συνδέσει την αξιολόγηση με τον φόβο της απόρριψης. Η κατανόηση αυτών των παραγόντων μπορεί να βοηθήσει τον εκπαιδευτικό να επιλέξει έναν τρόπο ανατροφοδότησης που διατηρεί τις απαιτήσεις της μάθησης, χωρίς να ενισχύει την αίσθηση απειλής.

Ο ψυχολόγος, βέβαια, δεν υποκαθιστά τον εκπαιδευτικό ούτε αναλαμβάνει να επιλύει μόνος του κάθε δυσκολία που εμφανίζεται στην τάξη. Η ουσιαστική συνεργασία βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό των επαγγελματικών ρόλων, στη σαφή επικοινωνία και στη διαμόρφωση κοινών στόχων προς όφελος του μαθητή.

Η υποστήριξη και η συμβουλευτική συνεργασία με τους γονείς

Η οικογένεια αποτελεί βασικό πλαίσιο ανάπτυξης του παιδιού. Οι γονείς συχνά χρειάζονται ενημέρωση, καθοδήγηση και υποστήριξη, ιδιαίτερα όταν δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους ή ανησυχούν για τη σχολική του πορεία.

Ο ψυχολόγος μπορεί να παρέχει ψυχοεκπαίδευση σχετικά με τις συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες, να βοηθά τους γονείς να αναγνωρίζουν τις ανάγκες του παιδιού και να συζητά μαζί τους τρόπους ενίσχυσης της επικοινωνίας, της αυτονομίας και της συναισθηματικής ασφάλειας. Η συνεργασία μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, το άγχος των εξετάσεων, τη δυσκολία αποδοχής μιας διάγνωσης, τις συγκρούσεις γύρω από τη μελέτη, την οριοθέτηση ή την αντιμετώπιση αλλαγών στην οικογενειακή και σχολική ζωή.

Η συμβουλευτική υποστήριξη δεν σημαίνει ότι ο ψυχολόγος αποδίδει την ευθύνη των δυσκολιών στους γονείς. Αντίθετα, επιδιώκει να τους ενδυναμώσει, να αναγνωρίσει τους πόρους της οικογένειας και να τους βοηθήσει να ανταποκρίνονται με μεγαλύτερη συνέπεια και κατανόηση στις ανάγκες του παιδιού. Όταν οι δυσκολίες απαιτούν συστηματικότερη κλινική ή θεραπευτική αντιμετώπιση, ο ψυχολόγος μπορεί να προτείνει κατάλληλη παραπομπή σε εξειδικευμένη υπηρεσία ή επαγγελματία.

Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας χρειάζεται να έχει κοινό προσανατολισμό: όχι να αναζητά ποιος ευθύνεται για τη δυσκολία, αλλά να προσδιορίζει τι χρειάζεται να αλλάξει ώστε το παιδί να υποστηριχθεί αποτελεσματικότερα.

Πρόληψη, συμπερίληψη και προστασία της ψυχικής υγείας

Ένα ακόμη ουσιαστικό πεδίο αρμοδιοτήτων είναι η πρόληψη. Η παρέμβαση δεν χρειάζεται να ξεκινά μόνο όταν ένα πρόβλημα έχει γίνει έντονο ή έχει επηρεάσει σημαντικά τη σχολική λειτουργικότητα. Ο ψυχολόγος μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη δράσεων που προάγουν την ψυχική υγεία, τις κοινωνικές δεξιότητες, τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, την ασφαλή επικοινωνία και την πρόληψη του εκφοβισμού.

Η συμπερίληψη, ειδικότερα, προϋποθέτει ότι οι διαφορετικές ανάγκες των μαθητών αναγνωρίζονται χωρίς στιγματισμό. Δεν αρκεί να βρίσκεται ένα παιδί μέσα στην τάξη· χρειάζεται να μπορεί να συμμετέχει ουσιαστικά, να αισθάνεται ότι ανήκει και να έχει πρόσβαση σε κατάλληλη υποστήριξη.

Παράλληλα, ο ψυχολόγος χρειάζεται να αναγνωρίζει πότε μια δυσκολία υπερβαίνει τις δυνατότητες της σχολικής υποστήριξης. Σε περιπτώσεις σοβαρής ψυχολογικής επιβάρυνσης, ενδείξεων κακοποίησης, αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ή άλλων ζητημάτων που απαιτούν ειδικό χειρισμό, είναι απαραίτητη η εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών προστασίας και η συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η έγκαιρη αναγνώριση και η κατάλληλη παραπομπή αποτελούν μέρος της υπεύθυνης επαγγελματικής πρακτικής.

Τα επαγγελματικά όρια, το απόρρητο και η δεοντολογία

Η αποτελεσματικότητα του ψυχολόγου στην εκπαίδευση εξαρτάται και από τον σεβασμό των επαγγελματικών του ορίων. Η διαχείριση ευαίσθητων πληροφοριών απαιτεί εμπιστευτικότητα, ασφαλή τήρηση αρχείων και συμμόρφωση με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για το επαγγελματικό απόρρητο και τα προσωπικά δεδομένα. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ επαγγελματιών πρέπει να περιορίζεται σε όσα είναι αναγκαία για τον θεμιτό σκοπό της υποστήριξης, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες νομικές και δεοντολογικές υποχρεώσεις.

Επιπλέον, χρειάζεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην ψυχολογική υποστήριξη που παρέχεται στο σχολικό πλαίσιο και στην εξειδικευμένη κλινική αξιολόγηση ή ψυχοθεραπευτική παρέμβαση. Οι αρμοδιότητες καθορίζονται από τη θέση εργασίας, το θεσμικό πλαίσιο, την εκπαίδευση και την επαγγελματική επάρκεια του ψυχολόγου. Η συνεργασία με άλλους ειδικούς δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά ένδειξη υπευθυνότητας όταν οι ανάγκες του παιδιού απαιτούν ευρύτερη υποστήριξη.

Συμπέρασμα

Ο ψυχολόγος στην εκπαίδευση δεν βρίσκεται στο σχολείο μόνο για να αντιμετωπίζει προβλήματα. Συμβάλλει στην κατανόηση του μαθητή, στην πρόληψη των δυσκολιών, στην ενδυνάμωση της οικογένειας, στην υποστήριξη των εκπαιδευτικών και στη διαμόρφωση ενός σχολικού περιβάλλοντος που αναγνωρίζει τόσο τις ανάγκες όσο και τις δυνατότητες κάθε παιδιού.

Η σχολική επιτυχία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη γνωστική ικανότητα ή την προσπάθεια του μαθητή. Επηρεάζεται, επίσης, από το αίσθημα ασφάλειας, την ποιότητα των σχέσεων, τις ευκαιρίες συμμετοχής, την κατάλληλη εκπαιδευτική υποστήριξη και τη δυνατότητα του παιδιού να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες χωρίς να χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του.

Η ουσιαστική παρουσία της ψυχολογίας στην εκπαίδευση σημαίνει ότι αντιμετωπίζουμε τον μαθητή ως ολόκληρο άνθρωπο και όχι αποκλειστικά ως φορέα σχολικών επιδόσεων ή δυσκολιών. Γιατί πίσω από κάθε συμπεριφορά υπάρχει ένα πλαίσιο που χρειάζεται να κατανοηθεί και πίσω από κάθε μαθησιακή προσπάθεια υπάρχει ένα παιδί που χρειάζεται τις κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί.

Η εκπαίδευση γίνεται ουσιαστικά υποστηρικτική όταν δεν αναρωτιόμαστε μόνο τι δυσκολεύει το παιδί, αλλά και τι χρειάζεται να αλλάξει στο περιβάλλον του ώστε να μπορέσει να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.


Βιβλιογραφία

Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. (2017). Υπουργική Απόφαση 142628/ΓΔ4: Καθήκοντα και αρμοδιότητες των κλάδων ΠΕ23 Ψυχολόγων και ΠΕ30 Κοινωνικών Λειτουργών στα σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Γενικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. ΦΕΚ Β΄ 3032/4-9-2017.

Ελληνική Δημοκρατία. (2021). Νόμος 4823/2021: Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις. ΦΕΚ Α΄ 136/3-8-2021.

American Psychological Association. (2015). Top 20 principles from psychology for preK–12 teaching and learning. https://www.apa.org/ed/schools/teaching-learning/top-twenty-principles.pdf

World Health Organization & UNESCO. (2021). Making every school a health-promoting school: Global standards and indicators. World Health Organization. https://www.who.int/publications/i/item/9789240025059