Η ανάπτυξη του γραπτού λόγου αποτελεί μια σύνθετη γνωστική και συναισθηματική διαδικασία, η οποία προϋποθέτει την αποτελεσματική λειτουργία των εκτελεστικών δεξιοτήτων, όπως ο σχεδιασμός, η οργάνωση, η μνήμη εργασίας και η αυτορρύθμιση (Diamond, 2013). Σε άτομα με μαθησιακές διαταραχές, οι προκλήσεις στον γραπτό λόγο συχνά συνοδεύονται από αυξημένο άγχος, απογοήτευση και χαμηλή αυτοεκτίμηση, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τόσο τη σχολική επίδοση όσο και τη συναισθηματική ευεξία (Berninger & Winn, 2006).
Η προσέγγιση Orton–Gillingham, η οποία βασίζεται σε δομημένη, συστηματική και πολυαισθητηριακή διδασκαλία, έχει τεκμηριωθεί ως ιδιαίτερα αποτελεσματική για άτομα με δυσκολίες στη γλώσσα και τη γραφή (Ritchey & Goeke, 2006). Όταν εφαρμόζεται στον γραπτό λόγο, υποστηρίζει άμεσα τις εκτελεστικές λειτουργίες, καθώς παρέχει σαφή βήματα για την παραγωγή κειμένου, ενισχύοντας την ικανότητα σχεδιασμού, ακολουθίας και αυτοπαρακολούθησης. Η προβλεψιμότητα και η δομή της μεθόδου συμβάλλουν στη μείωση του γνωστικού φορτίου και στη δημιουργία αίσθησης ελέγχου κατά τη διαδικασία της γραφής.
Παράλληλα, η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioral Therapy – CBT) εστιάζει στη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφοράς (Beck, 2011). Έρευνες έχουν δείξει ότι οι μαθησιακές διαταραχές συχνά συνοδεύονται από δυσλειτουργικές γνωσίες, όπως η καταστροφοποίηση ή η γενίκευση της αποτυχίας («δεν μπορώ να γράψω», «θα αποτύχω ξανά»), οι οποίες ενισχύουν το άγχος επίδοσης και οδηγούν σε αποφυγή του γραπτού λόγου (Nelson & Harwood, 2011).
Η ενσωμάτωση τεχνικών CBT στο πλαίσιο της παρέμβασης για τον γραπτό λόγο επιτρέπει την αναγνώριση και αναδόμηση αυτών των δυσλειτουργικών σκέψεων, προάγοντας πιο ρεαλιστικές και υποστηρικτικές γνωστικές διεργασίες. Μέσω αυτής της διαδικασίας, το άτομο μαθαίνει να ρυθμίζει το συναίσθημά του κατά τη διάρκεια της γραφής, να αντέχει τη ματαίωση και να ενισχύει την αυτοαποτελεσματικότητά του (Bandura, 1997).
Η ενίσχυση των εκτελεστικών δεξιοτήτων λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ γραπτού λόγου και συναισθηματικής ρύθμισης. Όταν οι απαιτήσεις της γραφής οργανώνονται σε διαχειρίσιμα βήματα, μειώνεται το άγχος και ενισχύεται η συναισθηματική ανθεκτικότητα (Graham & Harris, 2005). Η θετική εμπειρία επιτυχίας συμβάλλει στη σταδιακή τροποποίηση των αρνητικών πεποιθήσεων και στη βελτίωση της στάσης απέναντι στη γραφή.
Συνολικά, ο συνδυασμός της προσέγγισης Orton–Gillingham με τη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία και την εκπαίδευση των εκτελεστικών λειτουργιών δεν στοχεύει μόνο στη βελτίωση του γραπτού λόγου, αλλά και στη συναισθηματική ενδυνάμωση του ατόμου. Η γραφή παύει να αποτελεί πηγή άγχους και μετατρέπεται σε μέσο έκφρασης, αυτορρύθμισης και ενίσχυσης της ψυχολογικής ανθεκτικότητας.
Βιβλιογραφία
- Bandura, A. (1997). Self-efficacy: The exercise of control. New York: Freeman.
- Beck, J. S. (2011). Cognitive behavior therapy: Basics and beyond (2nd ed.). New York: Guilford Press.
- Berninger, V. W., & Winn, W. D. (2006). Implications of advancements in brain research for writing development. Handbook of Writing Research.
- Diamond, A. (2013). Executive functions. Annual Review of Psychology, 64, 135–168.
- Graham, S., & Harris, K. R. (2005). Improving the writing performance of young struggling writers. Journal of Special Education, 39(1), 19–33.
- Nelson, J. M., & Harwood, H. (2011). Learning disabilities and anxiety. Journal of Learning Disabilities, 44(1), 3–17.
- Ritchey, K. D., & Goeke, J. L. (2006). Orton–Gillingham and Orton–Gillingham–based reading instruction. Journal of Special Education, 40(3), 171–183.
Ιωάννα Δημητριάδου
Ψυχολόγος-Ειδική Παιδαγωγός
Εξειδίκευση στη Δυσλεξία, στη ΔΕΠ-Υ και στις Μαθησιακές Διαταραχές, PgD
Orton-Gillingham Practitioner / Executive Functioning Coach (Dr. Erica Warren)
CBT-informed Συμβουλευτική Υποστήριξη και Ψυχοεκπαίδευση Γονέων
Μετεκπαιδευόμενη στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (Beck Institute)
Συγγραφέας στην Upbility
Μέλος της British Psychological Society, GMBPsS, GBC

