Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι όταν κάποιος είναι πραγματικά συμπονετικός, πρέπει να «νιώθει ακριβώς ό,τι νιώθει ο άλλος». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η αντίληψη συγχέει δύο διαφορετικές ψυχολογικές έννοιες: την ενσυναίσθηση και την ταύτιση.
Η διάκριση δεν είναι μόνο θεωρητική. Επηρεάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, τη γονεϊκότητα, την εκπαίδευση, αλλά και την ψυχική υγεία όσων φροντίζουν καθημερινά άλλους ανθρώπους.
Τι είναι η ενσυναίσθηση;
Η ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να κατανοούμε τον εσωτερικό κόσμο ενός άλλου ανθρώπου, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του και να προσπαθούμε να δούμε την κατάσταση μέσα από τη δική του οπτική, χωρίς όμως να χάνουμε την επίγνωση ότι πρόκειται για τη δική του εμπειρία.
Ο ψυχολόγος Carl Rogers περιέγραψε την ενσυναίσθηση ως την ικανότητα να εισερχόμαστε στον κόσμο του άλλου «σαν να» ήμασταν εκείνος, χωρίς ποτέ να χάνεται αυτό το «σαν να» (Rogers, 1957). Αυτή η μικρή φράση συνοψίζει όλη την ουσία της έννοιας.
Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η ενσυναίσθηση αποτελείται από δύο βασικές διαστάσεις:
- Γνωστική ενσυναίσθηση, δηλαδή η κατανόηση του τρόπου που σκέφτεται ή αντιλαμβάνεται μια κατάσταση ο άλλος.
- Συναισθηματική ενσυναίσθηση, δηλαδή η ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να συμμεριζόμαστε το συναίσθημά του, χωρίς να το οικειοποιούμαστε (Decety & Jackson, 2004).
Τι είναι η ταύτιση;
Η ταύτιση είναι μια διαφορετική ψυχολογική διαδικασία. Σε αυτήν, τα όρια ανάμεσα στον εαυτό και τον άλλο αρχίζουν να γίνονται λιγότερο σαφή. Αντί να παρατηρούμε και να κατανοούμε το συναίσθημα του άλλου, το βιώνουμε σαν να είναι δικό μας.
Για παράδειγμα, ένας γονέας βλέπει το παιδί του να αποτυγχάνει σε μια εξέταση και αισθάνεται ο ίδιος προσωπικά αποτυχημένος. Ή ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας ακούει μια δύσκολη ιστορία και καταλήγει να κουβαλά το ίδιο ψυχικό βάρος ακόμη και μετά το τέλος της συνεδρίας.
Η ταύτιση μπορεί να μειώσει την αντικειμενικότητα, να δυσκολέψει τη λήψη αποφάσεων και να αυξήσει τον κίνδυνο συναισθηματικής εξουθένωσης, ιδιαίτερα σε επαγγέλματα φροντίδας.
Η ουσιαστική διαφορά
Η πιο απλή διαφορά είναι η εξής:
Με την ενσυναίσθηση λέμε: «Καταλαβαίνω πώς νιώθεις.»
Με την ταύτιση λέμε, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε: «Νιώθω αυτό που νιώθεις σαν να είναι δικό μου.»
Στην πρώτη περίπτωση διατηρούμε τα προσωπικά μας όρια. Στη δεύτερη, αυτά τα όρια αρχίζουν να θολώνουν.
Γιατί η ενσυναίσθηση είναι πιο βοηθητική;
Πολλοί θεωρούν ότι όσο περισσότερο «πονάμε μαζί με τον άλλον», τόσο περισσότερο τον βοηθάμε. Η επιστήμη όμως δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει πάντα.
Ο νευροεπιστήμονας Tania Singer έχει δείξει ότι όταν η συναισθηματική εμπλοκή γίνεται υπερβολική, μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που ονομάζεται προσωπική δυσφορία. Σε αυτή την κατάσταση, το άτομο κατακλύζεται από το συναίσθημα και δυσκολεύεται να προσφέρει πραγματική βοήθεια. Αντίθετα, η ενσυναίσθηση που συνοδεύεται από υγιή συναισθηματικά όρια διευκολύνει τη συμπόνια και την αποτελεσματική υποστήριξη (Singer & Klimecki, 2014).
Στην οικογένεια
Ένας γονέας με ενσυναίσθηση μπορεί να πει: «Βλέπω πόσο στενοχωρήθηκες. Είναι φυσιολογικό να νιώθεις έτσι.»
Ένας γονέας που ταυτίζεται μπορεί άθελά του να αντιδράσει διαφορετικά: «Δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι. Πρέπει να λυθεί αυτό τώρα.»
Στη δεύτερη περίπτωση, η ανάγκη του γονέα να ανακουφιστεί από το δικό του άγχος μπορεί να επισκιάσει την πραγματική ανάγκη του παιδιού.
Στην ψυχοθεραπεία
Η θεραπευτική σχέση βασίζεται στην ενσυναίσθηση και όχι στην ταύτιση.
Ο θεραπευτής χρειάζεται να κατανοεί βαθιά τον θεραπευόμενο, αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί επαρκή ψυχική απόσταση ώστε να σκέφτεται καθαρά, να οργανώνει τις παρεμβάσεις του και να λειτουργεί προς όφελος του ανθρώπου που έχει απέναντί του. Η υπερβολική ταύτιση μπορεί να οδηγήσει σε αντιμεταβιβαστικές αντιδράσεις και να δυσκολέψει την κλινική κρίση.
Τι μπορούμε να κρατήσουμε;
Η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι χάνουμε τον εαυτό μας. Αντίθετα, σημαίνει ότι μπορούμε να είμαστε πραγματικά δίπλα στον άλλον ακριβώς επειδή διατηρούμε την ψυχική μας σταθερότητα.
Η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορούμε να προσφέρουμε σε έναν άνθρωπο που υποφέρει δεν είναι να βυθιστούμε μαζί του στο συναίσθημα, αλλά να παραμείνουμε αρκετά σταθεροί ώστε να του δείξουμε τον δρόμο προς την επιφάνεια.
Βιβλιογραφία
Decety, J., & Jackson, P. L. (2004). The functional architecture of human empathy. Behavioral and Cognitive Neuroscience Reviews, 3(2), 71–100.
Rogers, C. R. (1957). The necessary and sufficient conditions of therapeutic personality change. Journal of Consulting Psychology, 21(2), 95–103.
Singer, T., & Klimecki, O. M. (2014). Empathy and compassion. Current Biology, 24(18), R875–R878.
Batson, C. D. (2011). Altruism in Humans. Oxford University Press.
Davis, M. H. (1994). Empathy: A Social Psychological Approach. Westview Press.
Ιωάννα Δημητριάδου
Ψυχολόγος-Ειδική Παιδαγωγός
Εξειδίκευση στη Δυσλεξία, στη ΔΕΠ-Υ και στις Μαθησιακές Διαταραχές, PgD
Orton-Gillingham Practitioner / Executive Functioning Coach (Dr. Erica Warren)
CBT-Συμβουλευτική Υποστήριξη και Ψυχοεκπαίδευση παιδιών και εφήβων & Συμβουλευτική Γονέων (Beck Institute)
Συγγραφέας στην Upbility
Μέλος της British Psychological Society, GMBPsS, GBC

