Η Δυσλεξία Δεν Είναι Μόνο το Μάθημα: Η Αναγκαιότητα μιας Ολοκληρωμένης Θεραπευτικής Παρέμβασης

Για πολλά χρόνια, η Δυσλεξία αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως μια δυσκολία στην ανάγνωση και στην ορθογραφία. Ακόμη και σήμερα, μεγάλο μέρος της κοινωνίας — αλλά συχνά και του εκπαιδευτικού συστήματος — συνεχίζει να προσεγγίζει το παιδί με Δυσλεξία μέσα από έναν στενό ακαδημαϊκό φακό: «κάνει λάθη», «δεν διαβάζει καλά», «δεν προσπαθεί αρκετά», «θέλει περισσότερο διάβασμα».

Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η Δυσλεξία δεν είναι μόνο μια μαθησιακή δυσκολία. Είναι μια εμπειρία που επηρεάζει την αυτοεικόνα, τη συναισθηματική ανάπτυξη, τη συμπεριφορά, τις κοινωνικές σχέσεις και τελικά τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Το παιδί δεν κουβαλά μόνο τις δυσκολίες της ανάγνωσης· κουβαλά συχνά και χρόνια ματαίωση, άγχος, ντροπή, αίσθημα ανεπάρκειας και τον φόβο ότι «δεν είναι αρκετό».

Αυτός είναι και ο λόγος που μια πραγματικά αποτελεσματική θεραπευτική παρέμβαση δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στη σχολική επίδοση. Η παρέμβαση οφείλει να είναι ολιστική, επιστημονικά τεκμηριωμένη και να στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες:

  • τον συναισθηματικό,
  • τον συμπεριφορικό,
  • και τον ακαδημαϊκό.

Η αντιμετώπιση μόνο του ενός σκέλους δημιουργεί συνήθως προσωρινά ή ελλιπή αποτελέσματα. Το παιδί μπορεί να βελτιώσει κάποιες δεξιότητες, αλλά να συνεχίζει να νιώθει ανεπαρκές, αγχωμένο ή παραιτημένο. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο που συχνά παραβλέπεται.

Τι Είναι η Δυσλεξία

Η Δυσλεξία αποτελεί μία Ειδική Μαθησιακή Διαταραχή νευροαναπτυξιακής φύσης, η οποία επηρεάζει κυρίως την αναγνωστική αποκωδικοποίηση, την αναγνωστική ευχέρεια, την ορθογραφία και την επεξεργασία του γραπτού λόγου. Δεν σχετίζεται με χαμηλή νοημοσύνη, έλλειψη προσπάθειας ή ανεπαρκή εκπαίδευση.

Παιδιά με Δυσλεξία συχνά διαθέτουν φυσιολογική ή και υψηλή νοητική ικανότητα, πλούσια φαντασία, δημιουργική σκέψη και έντονη παρατηρητικότητα. Ωστόσο, η ασυμβατότητα ανάμεσα στις δυνατότητές τους και στη σχολική τους επίδοση δημιουργεί συχνά ένα έντονο ψυχικό φορτίο.

Το παιδί βλέπει ότι προσπαθεί περισσότερο από άλλους συμμαθητές του, αλλά το αποτέλεσμα δεν αντικατοπτρίζει την προσπάθειά του. Αυτή η συνεχής εμπειρία αποτυχίας επηρεάζει σταδιακά τον ψυχισμό του.

Η Συναισθηματική Διάσταση της Δυσλεξίας

Η συναισθηματική επιβάρυνση αποτελεί μία από τις πιο υποτιμημένες πτυχές της Δυσλεξίας.

Πολλά παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες μεγαλώνουν ακούγοντας φράσεις όπως:

  • «Δεν προσέχεις»
  • «Είσαι τεμπέλης»
  • «Αφού μπορείς, γιατί δεν το κάνεις;»
  • «Ο αδερφός σου τα καταφέρνει καλύτερα»
  • «Πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο»

Όταν τέτοια μηνύματα επαναλαμβάνονται επί χρόνια, το παιδί σταδιακά τα εσωτερικεύει. Η σχολική δυσκολία μετατρέπεται σε προσωπική ταυτότητα.

Έτσι εμφανίζονται:

  • χαμηλή αυτοεκτίμηση,
  • άγχος επίδοσης,
  • κοινωνική ανασφάλεια,
  • φόβος έκθεσης μέσα στην τάξη,
  • απογοήτευση,
  • θυμός,
  • παραίτηση,
  • μαθημένη αβοηθησία.

Δεν είναι λίγα τα παιδιά που αποφεύγουν να διαβάσουν φωναχτά όχι επειδή «βαριούνται», αλλά επειδή φοβούνται ότι θα εκτεθούν ή θα γελοιοποιηθούν.

Η συνεχής εμπειρία αποτυχίας ενεργοποιεί έναν φαύλο κύκλο:

  1. Το παιδί δυσκολεύεται.
  2. Νιώθει άγχος και ντροπή.
  3. Αποφεύγει την προσπάθεια.
  4. Χάνει εξάσκηση.
  5. Οι δυσκολίες αυξάνονται.
  6. Η αυτοεικόνα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο.

Η θεραπευτική παρέμβαση οφείλει να αναγνωρίζει και να δουλεύει αυτόν τον κύκλο.

Δεν αρκεί ένα παιδί να μάθει καλύτερη ορθογραφία, αν παράλληλα συνεχίζει να πιστεύει ότι «δεν αξίζει» ή ότι «είναι χαζό». Η αποκατάσταση της αυτοεικόνας είναι εξίσου σημαντική με τη μαθησιακή ενίσχυση.

Η Συμπεριφορική Διάσταση

Η Δυσλεξία δεν επηρεάζει μόνο τη σχολική επίδοση αλλά συχνά και τη συμπεριφορά.

Παιδιά που βιώνουν καθημερινά αποτυχία αναπτύσσουν συχνά μηχανισμούς άμυνας. Άλλα αποσύρονται και παραιτούνται, ενώ άλλα εκδηλώνουν έντονη αντίδραση.

Συχνές συμπεριφορικές εκδηλώσεις είναι:

  • αποφυγή μελέτης,
  • αναβλητικότητα,
  • ξεσπάσματα θυμού,
  • αρνητισμός,
  • χαμηλή ανοχή στη ματαίωση,
  • διάσπαση προσοχής,
  • επιθετικότητα,
  • ψυχοσωματικά συμπτώματα,
  • ή υπερβολική τελειοθηρία.

Σε αρκετές περιπτώσεις συνυπάρχει και ΔΕΠ-Υ, γεγονός που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την οργάνωση, την αυτορρύθμιση και τη διαχείριση απαιτήσεων.

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι πολλές από αυτές τις συμπεριφορές δεν αποτελούν «κακή διαγωγή», αλλά αντίδραση σε χρόνια πίεση και απογοήτευση.

Το παιδί που λέει «δεν με νοιάζει το σχολείο» συχνά προσπαθεί να προστατευθεί από το αίσθημα αποτυχίας.

Η θεραπευτική παρέμβαση χρειάζεται να ενισχύει:

  • την αυτορρύθμιση,
  • την ανθεκτικότητα,
  • τη διαχείριση άγχους,
  • την οργάνωση,
  • τις στρατηγικές μελέτης,
  • τη σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας,
  • και τη συνεργασία οικογένειας και σχολείου.

Η Ακαδημαϊκή Παρέμβαση

Φυσικά, η ακαδημαϊκή παρέμβαση παραμένει θεμελιώδης.

Η επιστημονικά τεκμηριωμένη παρέμβαση στη Δυσλεξία οφείλει να είναι:

  • συστηματική,
  • εξατομικευμένη,
  • πολυαισθητηριακή,
  • δομημένη,
  • και βασισμένη στις ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού.

Η παρέμβαση στοχεύει μεταξύ άλλων:

  • στη φωνολογική ενημερότητα,
  • στην αποκωδικοποίηση,
  • στην αναγνωστική ευχέρεια,
  • στην κατανόηση κειμένου,
  • στην ορθογραφία,
  • στον γραπτό λόγο,
  • και στις μεταγνωστικές στρατηγικές.

Ωστόσο, η ουσία δεν είναι μόνο να βελτιωθούν οι σχολικές επιδόσεις.

Στόχος είναι το παιδί να αποκτήσει λειτουργικότητα, αυτοπεποίθηση και αίσθηση ικανότητας. Να μπορέσει να σταθεί μέσα στη μαθησιακή διαδικασία χωρίς να βιώνει συνεχώς άγχος, εξάντληση και αποτυχία.

Ο Ρόλος της Οικογένειας και του Σχολείου

Καμία θεραπευτική παρέμβαση δεν μπορεί να λειτουργήσει απομονωμένα.

Η οικογένεια και το σχολείο αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες στην πορεία του παιδιού.

Οι γονείς χρειάζονται ενημέρωση και ψυχοεκπαίδευση ώστε:

  • να κατανοήσουν τη φύση της Δυσλεξίας,
  • να μειώσουν την πίεση,
  • να αποφεύγουν τις συγκρίσεις,
  • να ενισχύουν την προσπάθεια και όχι μόνο το αποτέλεσμα,
  • και να λειτουργούν υποστηρικτικά.

Αντίστοιχα, το σχολικό πλαίσιο οφείλει να παρέχει:

  • παιδαγωγική κατανόηση,
  • προσαρμογές,
  • συναισθηματική ασφάλεια,
  • και αποφυγή στιγματισμού.

Ένα παιδί με Δυσλεξία δεν χρειάζεται λύπηση. Χρειάζεται κατανόηση, κατάλληλη υποστήριξη και ένα περιβάλλον που να του επιτρέπει να αναπτύξει τις δυνατότητές του.

Η Ανάγκη Αλλαγής Κοινωνικής Αντίληψης

Η κοινωνία συχνά αξιολογεί τα παιδιά μέσα από τη σχολική επίδοση. Όμως η σχολική ευχέρεια δεν αποτελεί μέτρο αξίας, ευφυΐας ή δυνατοτήτων.

Πολλά άτομα με Δυσλεξία εξελίχθηκαν σε εξαιρετικά επιτυχημένους επιστήμονες, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες και δημιουργούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δυσλεξία είναι «χάρισμα», όπως συχνά παρουσιάζεται υπεραπλουστευμένα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σημαίνει όμως ότι η δυσκολία στην ανάγνωση δεν καθορίζει την ανθρώπινη αξία ούτε το δυναμικό ενός ανθρώπου.

Το πραγματικό πρόβλημα συχνά δεν είναι μόνο η ίδια η μαθησιακή δυσκολία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το περιβάλλον αντιδρά σε αυτή.

Όταν ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε συνεχές άγχος, κριτική και συγκρίσεις, οι ψυχολογικές συνέπειες μπορεί να είναι βαθύτερες από τη μαθησιακή δυσκολία καθαυτή.

Συμπέρασμα

Η Δυσλεξία δεν είναι μόνο το μάθημα.

Δεν είναι μόνο τα ορθογραφικά λάθη, η αργή ανάγνωση ή οι δυσκολίες στη γραπτή έκφραση. Είναι και το παιδί που φοβάται να σηκώσει το χέρι του. Το παιδί που νιώθει λιγότερο ικανό από τους άλλους. Το παιδί που κουράζεται διπλά για να πετύχει τα μισά. Το παιδί που σταδιακά αρχίζει να αμφισβητεί την αξία του.

Γι’ αυτό και η θεραπευτική παρέμβαση οφείλει να είναι ολοκληρωμένη.

Να στηρίζει το παιδί:

  • ακαδημαϊκά,
  • συναισθηματικά,
  • συμπεριφορικά,
  • κοινωνικά,
  • και ψυχολογικά.

Η ουσιαστική παρέμβαση δεν στοχεύει μόνο στη βελτίωση της σχολικής επίδοσης. Στοχεύει στη διατήρηση της ψυχικής ανθεκτικότητας, της αυτοεκτίμησης και της πίστης του παιδιού στις δυνατότητές του.

Γιατί τελικά, ένα παιδί με Δυσλεξία δεν χρειάζεται να «διορθωθεί». Χρειάζεται να κατανοηθεί, να υποστηριχθεί σωστά και να νιώσει ότι η αξία του δεν μετριέται από το πόσο γρήγορα διαβάζει ή πόσα λάθη κάνει στην ορθογραφία.

Και αυτό είναι κάτι που αφορά όχι μόνο τους ειδικούς, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

 

 

 

 

Ιωάννα Δημητριάδου

Ψυχολόγος-Ειδική Παιδαγωγός

Εξειδίκευση στη Δυσλεξία, στη ΔΕΠ-Υ και στις Μαθησιακές Διαταραχές, PgD

Orton-Gillingham Practitioner / Executive Functioning Coach (Dr. Erica Warren)

CBT-Συμβουλευτική Υποστήριξη και Ψυχοεκπαίδευση παιδιών και εφήβων & Συμβουλευτική Γονέων (Beck Institute)

Συγγραφέας στην Upbility

Μέλος της British Psychological Society, GMBPsS, GBC

www.mydyslexic.com