Η δυσλεξία δεν είναι τεμπελιά, έλλειψη νοημοσύνης ή αδιαφορία για μάθηση. Είναι μια νευροαναπτυξιακή μαθησιακή διαφορά που επηρεάζει κυρίως την ανάγνωση, τη γραφή και την επεξεργασία του γραπτού λόγου. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί άνθρωποι με δυσλεξία μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι δυσκολίες τους ερμηνεύονται λανθασμένα ως «απροσεξία», «αδυναμία προσπάθειας» ή «χαμηλές ικανότητες». Και εκεί ακριβώς αρχίζει συχνά η ψυχική επιβάρυνση.
Η κατάθλιψη δεν προκαλείται άμεσα από τη δυσλεξία. Δεν υπάρχει δηλαδή ένας «δυσλεκτικός εγκέφαλος» που οδηγεί αυτόματα σε καταθλιπτική διαταραχή. Αυτό που φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο είναι η μακροχρόνια εμπειρία αποτυχίας, σύγκρισης και απόρριψης. Όταν ένα παιδί προσπαθεί καθημερινά περισσότερο από τους συνομηλίκους του για να πετύχει τα ίδια αποτελέσματα και παρ’ όλα αυτά ακούει συνεχώς αρνητικά σχόλια, η αυτοεικόνα του αρχίζει να διαβρώνεται.
Πολλά παιδιά με δυσλεξία βιώνουν επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ματαίωσης στο σχολικό περιβάλλον. Η ανάγνωση μπροστά στην τάξη μπορεί να γίνει πηγή άγχους. Τα ορθογραφικά λάθη συχνά σχολιάζονται υπερβολικά. Η αργή επεξεργασία πληροφοριών παρερμηνεύεται ως αδιαφορία. Με τον καιρό, αρκετά παιδιά αρχίζουν να αποφεύγουν τη συμμετοχή, να αποσύρονται κοινωνικά ή να πιστεύουν ότι «δεν είναι ικανά». Αυτή η αίσθηση συνεχούς ανεπάρκειας μπορεί να αποτελέσει έδαφος για την εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων.
Η χαμηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς ψυχολογικούς παράγοντες που συνδέονται με τη δυσλεξία. Όταν το παιδί συγκρίνει συνεχώς τον εαυτό του με τους άλλους, χωρίς να αναγνωρίζεται η προσπάθειά του ή τα δυνατά του σημεία, διαμορφώνεται σταδιακά μια αρνητική εικόνα εαυτού. Σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζονται επίσης άγχος, σχολική άρνηση, έντονη απογοήτευση ή συναισθηματική εξάντληση.
Στην εφηβεία, η κατάσταση μπορεί να γίνει ακόμη πιο απαιτητική. Οι ακαδημαϊκές απαιτήσεις αυξάνονται, η κοινωνική σύγκριση εντείνεται και η ανάγκη αποδοχής από τους συνομηλίκους γίνεται ισχυρότερη. Ένας έφηβος με αδιάγνωστη ή μη υποστηριζόμενη δυσλεξία μπορεί να βιώσει έντονη απογοήτευση, θυμό ή παραίτηση. Συχνά η κατάθλιψη στους εφήβους δεν εμφανίζεται μόνο ως θλίψη αλλά και ως ευερεθιστότητα, απώλεια κινήτρου, απομόνωση ή αδιαφορία για δραστηριότητες που παλαιότερα είχαν ενδιαφέρον.
Αξίζει επίσης να τονιστεί ότι πολλοί άνθρωποι με δυσλεξία καταβάλλουν καθημερινά τεράστια νοητική προσπάθεια για δραστηριότητες που οι άλλοι θεωρούν αυτονόητες. Η συνεχής αυτή γνωστική κόπωση μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει κατάλληλη υποστήριξη από το σχολείο, την οικογένεια ή το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Ωστόσο, η δυσλεξία δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε ψυχικές δυσκολίες. Η έγκαιρη διάγνωση, η εξειδικευμένη παρέμβαση, η ψυχολογική ενίσχυση και ένα περιβάλλον αποδοχής μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά. Όταν το παιδί κατανοήσει ότι οι δυσκολίες του δεν σχετίζονται με την αξία ή τη νοημοσύνη του, μειώνεται σημαντικά το αίσθημα αποτυχίας. Παράλληλα, η ενίσχυση των δυνατών σημείων και η δημιουργία εμπειριών επιτυχίας συμβάλλουν ουσιαστικά στην ψυχική ανθεκτικότητα.
Είναι σημαντικό οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα σημάδια ψυχικής επιβάρυνσης. Η απότομη πτώση της διάθεσης, η κοινωνική απόσυρση, η αρνητική αυτοκριτική, η αποφυγή σχολείου, οι διαταραχές ύπνου ή η απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες αποτελούν ενδείξεις που χρειάζονται προσοχή.
Η δυσλεξία δεν καθορίζει την αξία ενός ανθρώπου ούτε περιορίζει τις δυνατότητές του. Αυτό που επηρεάζει ουσιαστικά την ψυχική υγεία είναι ο τρόπος με τον οποίο το περιβάλλον αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητα. Όταν ένα παιδί νιώθει ότι γίνεται κατανοητό, ότι υποστηρίζεται και ότι έχει δικαίωμα να μαθαίνει με τον δικό του τρόπο, μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος ψυχικών δυσκολιών και ενισχύεται η αυτοπεποίθησή του.
Η σύνδεση ανάμεσα στη δυσλεξία και την κατάθλιψη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με φόβο αλλά με γνώση, έγκαιρη αναγνώριση και ουσιαστική υποστήριξη. Γιατί πολλές φορές δεν είναι η μαθησιακή δυσκολία που πληγώνει περισσότερο το παιδί, αλλά το πώς το κάνουν οι άλλοι να αισθάνεται γι’ αυτήν.
Ιωάννα Δημητριάδου
Ψυχολόγος-Ειδική Παιδαγωγός
Εξειδίκευση στη Δυσλεξία, στη ΔΕΠ-Υ και στις Μαθησιακές Διαταραχές, PgD
Orton-Gillingham Practitioner / Executive Functioning Coach (Dr. Erica Warren)
Συμβουλευτική Υποστήριξη και Ψυχοεκπαίδευση παιδιών και εφήβων & Συμβουλευτική Γονέων (CBT-Beck Institute)
Συγγραφέας στην Upbility
Μέλος της British Psychological Society, GMBPsS, GBC

