Η Δυσαναγνωσία αποτελεί ειδική μαθησιακή διαταραχή νευροαναπτυξιακής φύσης, η οποία χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στην ακριβή ή ευχερή αποκωδικοποίηση λέξεων, στη φωνολογική επίγνωση και στη ροή της ανάγνωσης, παρά την επαρκή νοημοσύνη και τις κατάλληλες εκπαιδευτικές ευκαιρίες (American Psychiatric Association [APA], 2013). Η σύγχρονη βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι οι αναγνωστικές δυσκολίες δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο γλωσσικό επίπεδο, αλλά συχνά συνοδεύονται από συναισθηματικές και εκτελεστικές δυσλειτουργίες, όπως αυξημένο άγχος επίδοσης, αποφυγή μαθησιακών δραστηριοτήτων, χαμηλή αυτοεκτίμηση και ελλείμματα αυτορρύθμισης (Snowling & Hulme, 2012).
Η ενσωμάτωση των αρχών της Γνωσιακής–Συμπεριφορικής Θεραπείας (Cognitive Behavioral Therapy – CBT) σε προγράμματα παρέμβασης για τη δυσαναγνωσία κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς τα παιδιά με αναγνωστικές δυσκολίες συχνά αναπτύσσουν αρνητικά γνωσιακά σχήματα και δυσλειτουργικές πεποιθήσεις σχετικά με τη μαθησιακή τους ικανότητα (Beck, 2011). Οι αρνητικές αυτόματες σκέψεις, όπως «δεν μπορώ να διαβάσω» ή «είμαι λιγότερο ικανός από τους άλλους», ενισχύουν το άγχος και οδηγούν σε αποφυγή της ανάγνωσης, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη μαθησιακή επίδοση. Μέσω της ψυχοεκπαίδευσης, της γνωσιακής αναδόμησης και της σταδιακής έκθεσης σε ελεγχόμενες αναγνωστικές απαιτήσεις, η CBT συμβάλλει στη ρύθμιση του συναισθήματος και στη μείωση του γνωσιακού φορτίου, δημιουργώντας ένα υποστηρικτικό πλαίσιο για την εκμάθηση της ανάγνωσης (Kendall, 2012).
Σε επίπεδο εκπαιδευτικής παρέμβασης, η προσέγγιση Orton–Gillingham θεωρείται μία από τις πλέον τεκμηριωμένες μεθόδους για την αντιμετώπιση των φωνολογικών και αποκωδικοποιητικών ελλειμμάτων που χαρακτηρίζουν τη δυσαναγνωσία (Ritchey & Goeke, 2006). Η μέθοδος βασίζεται στη ρητή, συστηματική και σωρευτική διδασκαλία της σχέσης φωνημάτων–γραφημάτων, αξιοποιώντας πολυαισθητηριακές τεχνικές που εμπλέκουν ταυτόχρονα το οπτικό, ακουστικό και κιναισθητικό σύστημα. Έρευνες δείχνουν ότι οι δομημένες φωνολογικές παρεμβάσεις, όπως αυτές που ενσωματώνει η Orton–Gillingham, οδηγούν σε σημαντική βελτίωση της ακρίβειας και της ροής της ανάγνωσης σε παιδιά με δυσαναγνωσία (Torgesen et al., 2001).
Ωστόσο, η αποτελεσματική αναγνωστική παρέμβαση δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στην αποκωδικοποίηση. Οι εκτελεστικές λειτουργίες, οι οποίες περιλαμβάνουν τον σχεδιασμό, την εργαζόμενη μνήμη, τον ανασταλτικό έλεγχο και τη μεταγνωστική επίγνωση, διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην κατανόηση κειμένου και στη γενίκευση των αναγνωστικών δεξιοτήτων (Diamond, 2013). Παιδιά με δυσαναγνωσία συχνά παρουσιάζουν δυσκολίες στην οργάνωση της αναγνωστικής διαδικασίας, στην παρακολούθηση της κατανόησης και στη χρήση στρατηγικών διόρθωσης, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργική τους επίδοση στο σχολικό περιβάλλον (Sesma et al., 2009).
Η ενίσχυση των εκτελεστικών λειτουργιών στο πλαίσιο της αναγνωστικής παρέμβασης επιτυγχάνεται μέσω στρατηγικών πριν, κατά και μετά την ανάγνωση, όπως ο καθορισμός σαφών στόχων, η πρόβλεψη περιεχομένου, η αυτοπαρακολούθηση και η αυτοαξιολόγηση. Η ανάπτυξη μεταγνωστικών δεξιοτήτων επιτρέπει στο άτομο να αναγνωρίζει πότε δεν κατανοεί ένα κείμενο και να επιλέγει κατάλληλες στρατηγικές αποκατάστασης, ενισχύοντας σταδιακά την αυτονομία και τη μαθησιακή ανθεκτικότητα (Zimmerman, 2002).
Συνολικά, ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα παρέμβασης που συνδυάζει τη Γνωσιακή–Συμπεριφορική Θεραπεία, την προσέγγιση Orton–Gillingham και την ενίσχυση των Εκτελεστικών Λειτουργιών ανταποκρίνεται στις πολυδιάστατες ανάγκες των ατόμων με δυσαναγνωσία. Η CBT συμβάλλει στη ρύθμιση του συναισθηματικού και γνωσιακού υποβάθρου, η Orton–Gillingham αντιμετωπίζει στοχευμένα τα βασικά γλωσσικά ελλείμματα, ενώ οι εκτελεστικές λειτουργίες διασφαλίζουν τη διατήρηση και τη γενίκευση των δεξιοτήτων. Η συνέργεια αυτών των τριών πυλώνων οδηγεί όχι μόνο σε βελτίωση της αναγνωστικής ικανότητας, αλλά και σε ενίσχυση της ακαδημαϊκής αυτοπεποίθησης και της λειτουργικής σχολικής προσαρμογής.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). APA Publishing.
Beck, J. S. (2011). Cognitive behavior therapy: Basics and beyond (2nd ed.). Guilford Press.
Diamond, A. (2013). Executive functions. Annual Review of Psychology, 64, 135–168. https://doi.org/10.1146/annurev-psych-113011-143750
Kendall, P. C. (2012). Child and adolescent therapy: Cognitive-behavioral procedures (4th ed.). Guilford Press.
Ritchey, K. D., & Goeke, J. L. (2006). Orton–Gillingham and Orton–Gillingham–based reading instruction. The Journal of Special Education, 40(3), 171–183.
Sesma, H. W., Mahone, E. M., Levine, T., Eason, S. H., & Cutting, L. E. (2009). The contribution of executive skills to reading comprehension. Child Neuropsychology, 15(3), 232–246.
Snowling, M. J., & Hulme, C. (2012). Interventions for children’s language and literacy difficulties. International Journal of Language & Communication Disorders, 47(1), 27–34.
Torgesen, J. K., Alexander, A. W., Wagner, R. K., Rashotte, C. A., Voeller, K. K., & Conway, T. (2001). Intensive remedial instruction for children with severe reading disabilities. Journal of Learning Disabilities, 34(1), 33–58.
Zimmerman, B. J. (2002). Becoming a self-regulated learner. Theory Into Practice, 41(2), 64–70.
Ιωάννα Δημητριάδου
Ψυχολόγος-Ειδική Παιδαγωγός
Εξειδίκευση στη Δυσλεξία, στη ΔΕΠ-Υ και στις Μαθησιακές Διαταραχές, PgD
Orton-Gillingham Practitioner / Executive Functioning Coach (Dr. Erica Warren)
CBT-informed Συμβουλευτική Υποστήριξη και Ψυχοεκπαίδευση Γονέων
Μετεκπαιδευόμενη στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (Beck Institute)
Συγγραφέας στην Upbility
Μέλος της British Psychological Society, GMBPsS, GBC

